Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Schwarze Hefte - Τα «μαύρα τετράδια» του Μάρτιν Χάιντεγκερ



Τα «Μαύρα Τετράδια» είναι οι ημερολογιακές σημειώσεις του φιλοσόφου Martin Heidegger. Οφείλουν το όνομά τους στο χρώμα των εξωφύλλων τους. Αρχίζουν από το 1931 και σταματούν το 1975, ένα χρόνο πριν από το θάνατό του. 
Εκδόθηκαν στη Γερμανία το 2014 από τον εκδοτικό οίκο Vittorio Klostermann ως υπ' αριθμόν 94, 95 και 96 τόμοι των απάντων του.


Για δεκαετίες πολλοί μελετητές του Χάιντεγκερ μιλούσαν για έναν απολίτικο φιλόσοφο, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο που είχε διαπράξει ένα «στιγμιαίο λάθος». Όμως η δημοσίευση του φιλοσοφικού ημερολογίου, το οποίο ο Χάιντεγκερ ζήτησε να μην δημοσιευτεί μέχρι να τελειώσει το πλήρες του έργο- όσο και η δημοσίευση της αλληλογραφίας με τον αδελφό του αποδεικνύουν ξεκάθαρα τον αντισημιτισμό του και τον θαυμασμό του προς τον Χίτλερ. Η αλληλογραφία του συνιστά ένα "κλειδί" για την πλήρη κατανόηση του τι ακριβώς πίστευε ο φιλόσοφος.

Από τα τέλη του 1931 ο 43χρονος τότε Χάιντεγκερ στέλνει το βιβλίο του Χίτλερ, ο "Αγών μου", στον αδελφό του και επαινεί το «εξαιρετικό πολιτικό ένστικτο του Χίτλερ». 

Στις 27 Ιουλίου του 1932 αναφερόμενος στο κεντρώο κόμμα Τσέντρουμ του οποίου ηγείτο ο καγκελάριος Μπρύνινγκ (γνωστός και ως ο τελευταίος καγκελάριος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης), ο οποίος προσπάθησε να απαγορεύσει τα τάγματα εφόδου και τα τάγματα ασφαλείας που είχε δημιουργήσει το 1925 ο Χίτλερ, προτρέπει τον αδελφό του να μην παρασυρθεί από τις ενέργειες του καγκελάριου Μπρύνινγκ.

Στις 13 Απριλίου του επόμενου χρόνου και ενώ ο Χίτλερ είναι πλέον στην εξουσία, ο Χάιντεγκερ γράφει γεμάτος ενθουσιασμό: 

"Ο λαός μας και το Ράιχ μετασχηματίζονται και όποιος έχει μάτια να δει, αυτιά να ακούσει και μια καρδιά να χτυπάει, νοιώθει αυτή τη δύναμη και τη βαθειά έξαρση. Είμαστε και πάλι αντιμέτωποι με μια μεγαλειώδη πραγματικότητα, την οποία οφείλουμε να κάνουμε πράξη με τρόπο ώστε να πάρει τη θέση της στον πνευματικό κόσμο του Ράιχ και στην μυστική αποστολή της γερμανικότητας".

Tον Μάιο του 1933, δέκα μέρες μετά την εκλογή του ως Πρύτανη του Πανεπιστημίου του Freiburg έγινε μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Στις 4 Μαΐου εξηγεί στον αδελφό του:

«Μην βλέπεις τί υπάρχει κάτω από τό κίνημα, αλλά τις απόψεις του Φύρερ και τα μεγαλειώδη σχέδιά του. Χθες έγινα μέλος του NSDAP (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα) όχι μόνο από εσωτερική πεποίθηση, αλλά από καθαρή συνειδητοποίηση ότι είναι ο μοναδικός τρόπος για να επιτευχθεί η καθαρότητα και η διευκρίνιση του όλου κινήματος. Και εάν εσύ δεν είσαι έτοιμος να προσχωρήσεις τώρα στο κόμμα, θα σε συμβούλευα ωστόσο να προετοιμάσεις τον εαυτό σου και να το κάνεις, χωρίς καμία ανησυχία για το εάν θα ασχοληθείς με κατώτερα και λιγότερο ευχάριστα θέματα που ενδέχεται να πέσουν στην αντίληψή σου..."

Σύμφωνα με την αλληλογραφία του, ζήτησε από τον αδελφό του να γίνει και αυτός μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος γράφοντάς του ότι:  ''όποιος δεν αντιλαμβάνεται το μέγεθος του Χίτλερ, του αξίζει να συνθλιβεί στο χάος."


Από το 1934 ως το 1936 διετέλεσε μέλος της Ακαδημίας του Γερμανικού Δικαίου η οποία είχε συμβουλευτικό ρόλο στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία μεταξύ άλλων και για τους φυλετικούς Νόμους της Νυρεμβέργης. 

Για τον φιλόσοφο, η σωτηρία της Δύσης βρίσκεται στα χέρια της Γερμανίας το 1933, αλλά ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, το 1942:

«Πλησιάζει η στιγμή», γράφει τότε ο Χάιντεγκερ, που θα φανεί «αν οι Γερμανοί είναι ικανοί να αποκτήσουν μιαν εμπειρία του τόπου πέρα από τον ορθολογισμό και το παράλογο και να τον κάνουν κατοικήσιμο»

Μετά τον πόλεμο
Όλοι οι εκφυλισμοί της σύγχρονης εποχής, η σύγχρονη τεχνολογία, οι φυσικές επιστήμες, η πίστη στην προβλεψιμότητα και στη δυνατότητα ελέγχου του κόσμου, είναι γι' αυτόν εκφράσεις μιας μεταφυσικής μολυσμένης από τον εβραϊσμό. 

Τα Μαύρα Τετράδια καταγγέλλουν τον μεταπολεμικό κόσμο που κρημνίζεται στον θόρυβο και την απερήμωση, περιγράφουν έναν πόλεμο υπόγειο που δεν τέλειωσε το 1945 κι ούτε ξεκίνησε το 1939.

1946
«Περισσότερο απομακρυσμένοι από την αλήθεια της ιστορίας (Geschichte) είναι οι ιστορικοί (Historiker)» (96.183 και 94.407), όσοι δεν αντιλαμβάνονται πως κανένα γεγονός δεν είναι όντως περασμένο – μάλλον, «το γεγονός κατεξοχήν είναι ό,τι δεν παρέρχεται» (96.14). Ο ιστορικός είναι η προσωποποιημένη άρνηση της ιστορίας (97.91). Διότι η ιστορία δεν φτιάχνεται, ούτε δομείται, παρά γίνεται. Ο Χάιντεγκερ προφητεύει πως το νωρίτερο που θα πρέπει να αναμένουμε την επανέναρξη της αυθεντικής ιστορίας είναι γύρω στα 2300, «οπότε ο αμερικανισμός θα έχει εξαντληθεί εξαιτίας του κορεσμού της κενότητάς του». Ως τότε, ανίδεος ο άνθρωπος θα βηματίζει στο τίποτα (96.225)

Ο Χάιντεγκερ δυσφορεί με τον κόσμο γύρω του και ειδικά με τους ανθρώπους. Είναι τόσο ομογενοποιημένη και γενικευμένη η «αθλιότητα της γνώμης του ενός και του άλλου», γράφει, «ώστε αδυνατεί πλέον κανείς να εντοπίσει κάποια ειδοποιό διαφορά της αθλιότητας» (94.184). Δηλαδή: η αθλιότητα κατάντησε φυσιολογική κατάσταση του νου. Απομένει να βγει κανείς από δαύτην, όπως θα έβγαινε από βρώμικα νερά, να αφήσει ξωπίσω τον γιγαντιαίο θόρυβο και να μεταβεί από την πολυπρόσωπη, κουρασμένη και ευτελισμένη δυτική μεταφυσική σε ένα «μονοπάτι» που είναι ήδη μέρος της αλήθειας (97.459). 


Ο πραγματικός λόγος που η εποχή δεν έχει θεούς δεν είναι ότι παραγίναμε «κοσμικοί» και συνεπώς άθεοι, αλλά ότι δεν διαθέτουμε κανέναν κόσμο –μόνον μια σύγχυση του Είναι. (94.218)

Η φυγή των θεών είναι τόσο τελεσίδικη, ώστε πλέον το Είναι δεν επιτρέπει καν να θεωρηθεί ο άνθρωπος άξιος να αποκτήσει την γνώση της φυγής αυτής, δηλαδή ο άνθρωπος είναι παραδομένος στην υποκειμενικότητα του υποκειμένου (96.119)

Λούντβιχ Κλάγκες, Σπένγκλερ, Γύνγκερ, Ρίλκε, μα πρώτιστα ο Νίτσε, αποδοκιμάζονται διαρρήδην. Ο Νίτσε δεν είναι παρά ένα υποκατάστατο (97.13: ein Surrogat), διότι η επαναξίωση των αξιών και ο υπεράνθρωπος είναι εκδοχές ακραίας υποκειμενικότητας, κι όχι αληθινή υπέρβαση της μεταφυσικής, όπως διατυμπάνιζε. «Υπάρχουν σκλαβοπάζαρα, όπου οι ίδιοι οι σκλάβοι είναι συχνά οι μεγαλύτεροι έμποροι» (94.455). 

Τον Χέλντερλιν, όμως, τον  ανάγει σε προφήτη. 
Στα γνωστά ποιήματά του («Patmos», «Germanien») αλλά και στην αλληλογραφία του, ο Χέλντερλιν περιγράφει μιαν ανθρωπότητα που ζει στην απάτη και στην πλάνη, που είναι εγκαταλειμμένη από τους παλαιούς θεούς της, δουλόφρων και τυφλή. Την ανθρωπότητα μπορεί να λυτρώσει μόνον μια «ιέρεια Γερμανία» που καθοδηγεί τους λαούς, ένα εκλεκτό γερμανικό γένος του μέλλοντος. Προτείνει «οι Γερμανοί» να βγουν από τον βάλτο της μεταφυσικής και της ψευδοϊστορίας, προκειμένου να γίνουν αγωγοί των Νέων Θεών. «Ένας θεός για όλους θα ήταν θεός για κανέναν» –το ζήτημα είναι να έλθουν «οι θεοί του λαού» (94.214), άρα οι νέοι θεοί των Γερμανών, «με τους οποίους μπορούμε να γίνουμε φίλοι και δεν πρέπει να είμαστε σκλάβοι τους» (94.242).
Τη λύτρωση, γράφει ο Χέλντερλιν, έλκει ο κίνδυνος – κι όσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος, τόσο εγγύτερα η σωτηρία.  γράφει (96.136).




πηγή Ristorante Verona

Ευρωπαϊκή Αντίσταση


Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΝΕΑ ΕΚΔΟΣΗ από τη Θούλη: Ιωάννης Συκουτρής – Η σχέσις μας προς την Αρχαιότητα



«Το παρόν ζη από το παρελθόν και η ιστορία είναι ο μόνος διδάσκαλος του βίου διά τα μελλοντικά μας διαβήματα»…  

Στο δοκίμιο αυτό –επιλεγόμενα στο βιβλίο του Th. Zielinski «Ημείς και οι Αρχαίοι»− ο Ι. Συκουτρής εξετάζει τη σημασία της γνώσης της Αρχαιότητας κατά την προ αλλά και μετά την Επανάσταση του 21 εποχή. Η επαφή με την Αρχαιότητα οδήγησε το έθνος μας να γίνει «Έθνος Ελλήνων» από «γένος Χριστιανών» που ήταν κατά την τουρκοκρατία, μετά το «άχρωμον εθνικώς Βυζάντιον». Αυτή η αφύπνιση το έκανε να ξεσηκωθεί. Το 21 ήταν αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και συνειδητή επάνοδος στη δράση των αρχαίων προγόνων, ο Λεωνίδας και ο Θεμιστοκλής ζωντανές υπάρξεις. Στη μικρή γωνιά που απελευθερώθηκε, η σχέση με την Αρχαιότητα είναι αντιφατική: Οίηση, περηφάνια αλλά χωρίς αίσθηση των καθηκόντων έναντι του ενδόξου ονόματος, παρά τις συχνά καλές προθέσεις. Η βαθιά γνώση της αρχαιότητας είναι ένας σκοπός ευγενής και ωραίος, προς τον οποίον «το έθνος μας οφείλει να μάθη προ παντός να εργάζεται και να πειθαρχή εαυτό».